Νέα μελέτη ήρθε να συσχετίσει τη σωματική δραστηριότητα με μειωμένο κίνδυνο ανάπτυξης διαβήτη τύπου 2. «Μελετήσαμε τη σχέση μεταξύ της φυσικής άσκησης και του διαβήτη τύπου 2 με μια καινοτόμο προσέγγιση, αξιοποιώντας στοιχεία από φορητές ηλεκτρονικές συσκευές καταγραφής δεδομένων υγείας σε ένα πραγματικό κοινό», είπε ο επικεφαλής συγγραφέας, δρ. Andrew Perry από το Ερευνητικό Κέντρο Κλινικής Καρδιολογίας Vanderbilt.
«Ανακαλύψαμε ότι οι άνθρωποι που αφιερώνουν περισσότερο χρόνο κάνοντας οποιαδήποτε μορφή σωματικής άσκησης διατρέχουν σημαντικά μειωμένο κίνδυνο να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2. Τα ευρήματά μας υπογραμμίζουν τη σημασία της καθημερινής σωματικής δραστηριότητας στη μείωση της απειλής του διαβήτη» συμπλήρωσε.
Η μεθοδολογία της έρευνας
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε σε ένα δείγμα 5.600 ανθρώπους, εκ των οποίων το 75% ήταν γυναίκες. Οι συμμετέχοντες αυτοί επιλέχθηκαν από το ερευνητικό πρόγραμμα «All of Us» των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας, που διεξήχθη μεταξύ 2020 – 2021. Το εν λόγω πρόγραμμα συλλέγει εδώ και αρκετά χρόνια τα δεδομένα περισσότερων από 1 εκατομμύριο ανθρώπων, με στόχο να αναβαθμίσει την προσωποποιημένη φροντίδα υγείας.
Για 4 έτη οι ερευνητές μελέτησαν την ομάδα και εντόπισαν 97 νέες περιπτώσεις διαβητικών ασθενών μεταξύ των συμμετεχόντων της μελέτης. Τα ερευνητικά ευρήματα έδειξαν ότι οι άνθρωποι που έκαναν κατά μέσο όρο 10.700 βήματα την ημέρα είχαν 44% λιγότερες πιθανότητες να αναπτύξουν διαβήτη τύπου 2 συγκριτικά με όσους έκαναν, για παράδειγμα, 6.000 βήματα ημερησίως.
Σημειώνεται ότι περίπου το 90%-95% των διαβητικών ασθενών πάσχουν από διαβήτη τύπου 2, που ισοδυναμεί με την αδυναμία του οργανισμού να χρησιμοποιήσει σωστά την ινσουλίνη, η οποία είναι υπεύθυνη για την πρόληψη της γλυκόζης από τα κύτταρα.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν την ανάγκη της πρόληψης καθώς, αν και ο σακχαρώδης διαβήτης είναι πιο συχνός σε ανθρώπους ηλικίας 45 ετών και άνω, τα τελευταία χρόνια οι διαγνώσεις αφορούν ολοένα και περισσότερα παιδιά, έφηβους και νέους ενήλικες.
«Ελπίζουμε σε μελλοντικό χρόνο να μελετήσουμε πληθυσμούς με πιο ετερογενή χαρακτηριστικά, ώστε να επιβεβαιώσουμε τη γενική ισχύ αυτών των ευρημάτων στον ανθρώπινο πληθυσμό», δήλωσε σχετικά ο δρ. Perry.
Η έρευνα δημοσιεύθηκε στο «Journal of Clinical Endocrinology & Metabolism».


