Η ταυτότητα της μελέτης
Όλοι οι συμμετέχοντες φορούσαν επιταχυνσιόμετρα στην μέση τους για μια εβδομάδα. Οι εθελοντές παρακολουθούνταν κατά μέσο όρο για δέκα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων σημειώθηκαν 1.165 θάνατοι. Οι ερευνητές χρησιμοποίησαν μια στατιστική τεχνική που ονομάζεται PAF (population attributable fraction). Αυτή η τεχνική υπολόγισε το ποσοστό θανάτων που θα μπορούσε να είχε αποτραπεί ετησίως με μέτριες αυξήσεις, μέτριας έως έντονης σωματικής δραστηριότητας. Η μελέτη έδειξε ότι η προσθήκη 10 λεπτών σωματικής δραστηριότητας κάθε μέρα είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση περίπου 111.174 θανάτων ετησίως.
Για τους ειδικούς πάντως δεν ήταν έκπληξη το γεγονός πως, όσο μεγαλύτερη η σωματική άσκηση, τόσο περισσότεροι θάνατοι αποτρέπονταν. Ο αριθμός σχεδόν διπλασιάστηκε και τριπλασιάστηκε σε 209.459 και 367.037 θανάτους που μπορούσαν να προληφθούν, αντίστοιχα, για 20 και 30 λεπτά επιπλέον καθημερινής ήπιας σωματικής άσκησης. Τα αποτελέσματα ήταν παρόμοια και στα δυο φύλα.
“ Σε αυτήν την μελέτη, χρησιμοποιήσαμε μετρήσεις επιταχυνσιομέτρου, για να εξετάσουμε τη συσχέτιση της σωματικής δραστηριότητας και της θνησιμότητας σε ένα πληθυσμιακό δείγμα ενηλίκων των ΗΠΑ. Αυτά τα ευρήματα υποστηρίζουν την εφαρμογή στρατηγικών που βασίζονται σε στοιχεία για τη βελτίωση της φυσικής δραστηριότητας για τους ενήλικες και πιθανώς την μείωση των θανάτων», αναφέρουν χαρακτηριστικά οι συγγραφείς της έρευνας.
Η άσκηση είναι συστατικό μακροζωίας
Οι ειδικοί συστήνουν διαρκώς να ακολουθούμε καλές καθημερινές συνήθειες και συνιστούν τουλάχιστον 150 λεπτά δραστηριότητας, ή 75 λεπτά μέτριας ή έντονης αερόβιας άσκησης, αντίστοιχα, την εβδομάδα. Είναι μια ωφέλιμη συνήθεια που βοηθά με την απώλεια βάρους, με τη μείωση των επικίνδυνων καρδιαγγειακών παθήσεων, του διαβήτη ενώ προστατεύει επίσης από την άνοια.
“Απ’ όσο γνωρίζουμε, αυτή είναι η πρώτη μελέτη, η οποία υπολογίζει τον αριθμό των θανάτων που μπορούν να προληφθούν μέσω σωματικής δραστηριότητας, χρησιμοποιώντας μετρήσεις με βάση το επιταχυνσιόμετρο σε ενήλικες των ΗΠΑ. Αναγνωρίζουμε, εντούτοις, ότι η αύξηση της δραστηριότητας μπορεί να μην είναι δυνατή για όλους”, σημειώνουν οι συγγραφείς της μελέτης που δημοσιεύθηκε στην επιστημονική επιθεώρηση JAMA Internal Medicine.


