Σύμφωνα με συμπεράσματα επιστημονικής έρευνας, οι άνθρωποι που πλήττονται από αυτά τα προβλήματα είναι πιο ευάλωτοι συναισθηματικά και σωματικά και οι φτωχότεροι είναι πιθανότερο να εμφανίσουν άνοια, σε σχέση με τους πιο ευκατάστατους.
Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη δρα Ντορίνα Καντάρ του Ινστιτούτου Επιδημιολογίας και Υγείας του Πανεπιστημιακού Κολλεγίου του Λονδίνου (UCL), δημοσίευσαν τα συμπεράσματα αυτά στο αμερικανικό περιοδικό ψυχιατρικής «JAMA Psychiatry», αφού ανέλυσαν στοιχεία 6.000 ατόμων.
Οι ειδικοί διαπίστωσαν πως όσοι ανήκουν στο φτωχότερο 20% είχαν κατά μέσο όρο 50% μεγαλύτερο κίνδυνο να εκδηλώσουν άνοια, σε σχέση με όσους ανήκαν στο πλουσιότερο 20%. Όσοι λοιπόν αντιμετωπίζουν χρέη και προβλήματα οικονομικής φύσης, ανεξάρτητα από τη μόρφωσή τους, κινδυνεύουν περισσότερο να εκδηλώσουν άνοια.
Υπάρχει τρόπος να προφυλαχθούνε από τη νόσο , όταν τα οικονομικά προβλήματα γίνονται μια πραγματικότητα που δεν μπορούνε να αποφύγουνε; Oι ειδικοί συστήνουν στους ηλικιωμένους (αλλά και σε όλους γενικά) να ελέγχουν και να παρακολουθούν τις ασθένειες που τυχόν αντιμετωπίζουν όπως π.χ. τον διαβήτη, την χοληστερίνη κλπ, να μην καπνίζουν και να επιμένουν στο μεσογειακό μοντέλο διατροφής. Οι κοινωνικές συναναστροφές, η επαφή με την οικογένεια και οι ασχολίες που προκαλούν ευχαρίστηση δεν θα πρέπει να λείπουν από την ζωή τους, ανεξάρτητα από τα οικονομικά προβλήματα, προκειμένου να διατηρούν οι ηλικιωμένοι καλή σωματική και ψυχολογική υγεία.
Σύμφωνα με παλαιότερα στοιχεία από την έκθεση «The Global Impact of Dementia 2013-2050» (την πλήρη έκθεση μπορείτε να την δείτε εδώ www.alz.co.uk) , το 2030 εκτιμάται ότι οι πάσχοντες από άνοια σε όλο τον κόσμο θα είναι 76 εκατομμύρια, ενώ το 2050 θα φθάσουν τα 135 εκατομμύρια. Πρόκειται για μια δραματική εξέλιξη η οποία φαίνεται πως θα λάβει διαστάσεις παγκόσμιας επιδημίας που θα επιδεινωθεί ραγδαία και θα έχει άμεσο αντίκτυπο στην ζωή των ηλικιωμένων, και όχι μόνο.


