Για την εκπόνηση της έρευνας μελετήθηκαν ενήλικα, υγιή, μη παχύσαρκα άτομα - συγκεκριμένα 9 άνδρες και 3 γυναίκες ηλικίας 19 ως 39 ετών. Πρόκειται για μια τυχαιοποιημένη, ελεγχόμενη, διασταυρούμενη μελέτη 21 ημερών με 4 ημέρες εγκλιματισμού, 14 ημέρες πειραματικού περιορισμού ύπνου (4 ώρες ύπνου συνολικά) ή ύπνου ελέγχου (ευκαιρία ύπνου 9 ωρών) και ένα διάστημα αποκατάστασης 3 ημερών. Επειδή είναι διασταυρούμενη μελέτη τα ίδια άτομα συμμετείχαν σε όλα τα στάδια της μελέτης, άρα συγκρίθηκαν με τον εαυτό τους, παράγοντας που αυξάνει την αξιοπιστία των τελικών συμπερασμάτων. Καταγράφηκαν επαναλαμβανόμενες μετρήσεις ενεργειακής πρόσληψης, ενεργειακής δαπάνης, σωματικού βάρους, σύστασης σώματος, κατανομής λίπους και άλλων βιοδεικτών.
Οι ειδικοί ανακάλυψαν πως στη φάση του περιορισμένου ύπνου, οι συμμετέχοντες κατανάλωναν περισσότερες θερμίδες, αυξάνοντας την πρόσληψη πρωτεΐνης και λίπους. Οι ενεργειακές δαπάνες παρέμειναν αμετάβλητες. Οι συμμετέχοντες μάλιστα, ανέκτησαν στατιστικά περισσότερο σωματικό βάρος, όταν εκτέθηκαν στον πειραματικό περιορισμό ύπνου. Ενώ οι αλλαγές στο συνολικό σωματικό λίπος δεν διέφεραν μεταξύ των δύο συνθηκών ύπνου, το ολικό κοιλιακό λίπος αυξήθηκε κατά τη διάρκεια του περιορισμένου ύπνου, με σημαντικές αυξήσεις, εμφανείς, τόσο στο υποδόριο, όσο και στο σπλαχνικό κοιλιακό λίπος.
O καταλυτικός ρόλος του σπλαχνικού λίπους
Τελικά η επιστημονική μελέτη απέδειξε πως ο περιορισμός ύπνου προάγει την υπερβολική πρόσληψη ενέργειας, χωρίς να μεταβάλλεται η ενεργειακή δαπάνη. Η αύξηση του σωματικού βάρους και ιδιαίτερα η κεντρική συσσώρευση λίπους που ανευρέθηκε, υποδηλώνουν ότι η στέρηση ύπνου προδιαθέτει για κοιλιακή σπλαχνική παχυσαρκία.
Είναι γνωστό πως το σπλαχνικό λίπος είναι ένας σημαντικός παράγοντας κινδύνου για διάφορες καταστάσεις υγείας όπως η εμφάνιση αντίστασης στην ινσουλίνη και τα μεταβολικά νοσημάτα, αλλά και ο σακχαρώδης διαβήτης. Παράλληλα αποτελεί και παράγοντα που μπορεί να αυξήσει τον καρδιαγγειακό κίνδυνο και οι γιατροί συνιστούν παρεμβάσεις για την αντιμετώπισή του.
Η παραπάνω σύνοψη της μελέτης, έχει γίνει από τους καθηγητές της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Σταυρούλα (Λίνα) Πάσχου (επίκουρη καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας), Νικόλαος Τεντολούρης (καθηγητής Παθολογίας), Εριφύλη Χατζηαγγελάκη (καθηγήτρια Παθολογίας - Μεταβολικών Νοσημάτων), Αλέξανδρος Κόκκινος (καθηγητής Παθολογίας), Μελπομένη Πέππα (καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας), Χαράλαμπος Βλαχόπουλος (καθηγητής Καρδιολογίας), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (καθηγήτρια Θεραπευτικής - Επιδημιολογίας - Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνος Δημόπουλος (καθηγητής Θεραπευτικής-Αιματολογίας-Ογκολογίας και Πρύτανης ΕΚΠΑ).
H μελέτη δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό «Journal of the American College of Cardiology (JACC)».


