Με βάση όσα ισχυρίζονται οι ερευνητές, ένα γονίδιο επιδρά στην ποσότητα ύπνου που χρειαζόμαστε. Πώς εξηγείται αυτό; O Λούις Πτασέκ, νευρολόγος στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας, εξήγησε πως διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου και διαφορετικοί νευρώνες επηρεάζουν τον ύπνο και την αϋπνία. Όταν μελετήθηκε μια οικογένεια στην οποία όλα τα μέλη λειτουργούσαν κανονικά μόνο με έξι ώρες ύπνου, βρέθηκε μια πολύ σπάνια μετάλλαξη του γονιδίου ADRB1.
Το επόμενο βήμα των ερευνητών ήταν να κάνουν πειράματα σε ποντίκια που έφεραν την παραλλαγμένη μορφή αυτού του γονιδίου, οπότε κα ανακαλύφθηκε πως όσα από τα τρωκτικά είχαν αυτό το μεταλλαγμένο γονίδιο κοιμόντουσαν 55 λεπτά λιγότερο συγκριτικά με εκείνα που δεν το είχαν. Οι άνθρωποι αντίστοιχα που ήταν φορείς αυτού του μεταλλαγμένου γονιδίου βρέθηκε ότι κοιμούνται κατά μέσο όρο 2 ώρες λιγότερο.
Αυξημένα επίπεδα του γονιδίου βρέθηκαν στο τμήμα του εγκεφαλικού στελέχους το οποίο εμπλέκεται σε ασυνείδητες δραστηριότητες όπως είναι η αναπνοή και η κίνηση των ματιών. Επιπρόσθετα οι φυσιολογικοί νευρώνες ADRB1 σε αυτή την περιοχή του εγκεφάλου είναι πιο δραστήριοι όταν είμαστε ξύπνιοι αλλά και στη διάρκεια του ύπνου REM (Rapid Eye Movement), ενώ δεν παρατηρήθηκε στα υπόλοιπα στάδια του ύπνου. Οι μεταλλαγμένοι νευρώνες ήταν πιο δραστήριοι από τους μη μεταλλαγμένους, οπότε πιθανότατα συμβάλλουν στο να κοιμόμαστε λίγο.
Τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας μπορούν να βοηθήσουν στην ανάπτυξη νέων φαρμάκων που αφορούν τη ρύθμιση του ύπνου και συναφών προβλημάτων, σύμφωνα με την Γινγκ-Χούι Φου, γενετίστρια στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας. «Ο ανεπαρκής ύπνος συνδέεται με πληθώρα προβλημάτων υγείας όπως με τον καρκίνο, με αυτοάνοσες διαταραχές, καρδιαγγειακές νόσους και με το Αλτσχάιμερ», τονίζει η ίδια.
Οι έρευνες θα συνεχιστούν με σκοπό την διεξαγωγή και άλλων, ασφαλών συμπερασμάτων σχετικά με την εγκεφαλική λειτουργία κατά τη διάρκεια του ύπνου.


