Όταν τρώμε με παρέα καταναλώνουμε μικρότερες ποσότητες φαγητού!

Το φαγητό είναι μια απόλαυση και σίγουρα γίνεται ακόμα καλύτερο όταν το μοιραζόμαστε με τους δικούς μας ανθρώπους. Αυτό δεν είναι μια απλή παραδοχή που τη γνωρίζουμε όλοι με βιωματικό τρόπο αλλά και ένα θέμα που έγινε το αντικείμενο μιας νέας επιστημονικής έρευνας.

Η νέα έρευνα υπογράφεται από ομάδα επιστημόνων της Ιατρικής Σχολής του Στάνφορντ και υποστηρίζει πως η συντροφιά στο φαγητό μας ωθεί να καταναλώνουμε μικρότερες ποσότητες επειδή το μέρος του εγκεφάλου που αφορά στην κοινωνικοποίηση, ελέγχει και την όρεξή μας.

Αρχικά η θεωρία βρήκε εφαρμογή σε ποντίκια στο εργαστήριο, οι εγκέφαλοι των οποίων λειτουργούν παρόμοια με των ανθρώπων. Όταν οι επιστήμονες διέγειραν τα κοινωνικά κύτταρα του εγκεφάλου, τα ζώα ενδιαφέρονταν λιγότερο για την κατανάλωση του φαγητού. Το ίδιο ίσχυε και όταν υπήρχαν άλλα ζώα στο χώρο για κοινωνικοποίηση.

Για τα ευρήματα της μελέτης, ο επικεφαλής Δρ. Καρλ Ντέσεροθ, δήλωσε σχετικά πως  «Γνωρίζουμε ότι οι κοινωνικές περιστάσεις μπορούν να επηρεάσουν την επιθυμία μας για φαγητό. Ένα παράδειγμα είναι η συμπεριφορά των ανθρώπων σε διαφορετικά επίπεδα κυριαρχίας στην κοινωνική ιεραρχία. Δεν θα πέσουμε με τα μούτρα στο φαγητό, αν φάμε μαζί με τη βασιλική οικογένεια!».

Ο ρόλος του εγκεφάλου στην όρεξή μας για φαγητό

Ο κογχομετωπιαίος φλοιός του εγκεφάλου διαδραματίζει ρόλο τόσο στην κοινωνική συμπεριφορά του ατόμου αλλά και στην ανάγκη του ανθρώπου για τροφή. Οι ειδικοί πιστεύουν ότι οι δύο εγκεφαλικές συνδέσεις ενώνονται και επηρεάζουν η μία την άλλη. Τονίζουν επίσης πως η μοναξιά και η έλλειψη κοινωνικών συναναστροφών μπορεί να οδηγήσει σε υπερφαγία καθώς το μυαλό δεν συγκεντρώνεται σε κοινωνική αλληλεπίδραση. Αντιθέτως, το αίσθημα της κοινωνικής πίεσης μπορεί να οδηγήσει σε χρόνια νευρική ανορεξία.

Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Nature, ρίχνει φως στη σχέση του φαγητού με την πρόσληψη της τροφής. Όπως εξηγεί ο Δρ. Ντέσεροθ, «ο βασικός σκοπός της έρευνας ήταν να δούμε ποιοι νευρώνες επηρεάζουν πράγματι τη συμπεριφορά. Τώρα που ξέρουμε, μπορούμε να τους εξετάσουμε πιο κοντά και να δούμε τι τους διαφοροποιεί και τους ξεχωρίζει μεταξύ τους. Αν υπάρχουν διαφορές, αυτό θα εμβαθύνει την κατανόησή μας για τα διάφορα είδη νευρολογικών κυττάρων και αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε φαρμακευτικές παρεμβάσεις, ώστε να μειωθεί η σχέση διατροφής και κοινωνικοποίησης στους ανθρώπους που πάσχουν από ανορεξία».

Μοιραστείτε το