Το γενικό πόρισμα της σχετικής έρευνας έδειξε πως, σε ασθενείς με COVID-19, φαίνεται να είναι σημαντικά αυξημένος ο κίνδυνος για εγκεφαλικό τις 3 πρώτες ημέρες μετά τη μόλυνση.
Η μελέτη συμπεριέλαβε 19.553 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω που διαγνώστηκαν με COVID-19 και νοσηλεύτηκαν με αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η μέση ηλικία ήταν τα 80,5 έτη και 57,5% ήταν γυναίκες. Οι ερευνητές διαίρεσαν την περίοδο της μελέτης (1 Ιανουαρίου 2019 έως 28 Φεβρουαρίου 2021) σε περιόδους κινδύνου λόγω COVID-19 (0-3 ημέρες, 4-7 ημέρες, 8-15 ημέρες και 15-28 ημέρες) και περιόδους ελέγχου. Τα εγκεφαλικά επεισόδια που συνέβησαν 7 ημέρες πριν ή 28 ημέρες μετά τη διάγνωση της COVID-19 χρησίμευσαν ως περίοδοι ελέγχου, ενώ τα υπόλοιπα ως περίοδοι κινδύνου.
Προκειμένου να προβούν σε σωστές εκτιμήσεις για τον κίνδυνο, οι ερευνητές συνέκριναν τη συχνότητα εμφάνισης εγκεφαλικού επεισοδίου στις διάφορες περιόδους κινδύνου σε σχέση με τις περιόδους ελέγχου. Τι έδειξε η ανάλυση των δεδομένων;
- Ο κίνδυνος βρέθηκε 10πλάσιος (IRR 10,97, 95% CI, 10,30-11,68) στις 0-3 ημέρες.
- Ο κίνδυνος στη συνέχεια μειώθηκε γρήγορα, αλλά παρέμεινε υψηλότερος από την περίοδο ελέγχου. Συγκεκριμένα, τα IRR ήταν: 1,59 (95% CI, 1,35-1,87) στις 4-7 ημέρες, 1,23 (95% CI, 1,07-1,41) στις 8-14 ημέρες και 1,06 (95% CI, 0,95-1,18) στις 15-28 ημέρες.
- Η μελέτη έδειξε επίσης ότι ο κίνδυνος εγκεφαλικού επεισοδίου μετά από COVID-19 αυξάνεται περισσότερο για άτομα 65 ως 74 ετών και για όσους δεν έχουν ιστορικό εγκεφαλικού επεισοδίου.
Πώς όμως συνδέεται ο κίνδυνος εγκεφαλικού με την μόλυνση από covid-19;
Για τους ειδικούς, η αύξηση του κινδύνου εγκεφαλικού νωρίς μετά από μια μόλυνση δεν είναι πρωτόγνωρη καθώς το μοτίβο έχει μελετηθεί και σε περιπτώσεις όπως η γρίπη, ο έρπης ζωστήρας κ.α .
Αν και ο μηχανισμός δεν είναι πλήρως κατανοητός, πιθανότατα συνδέεται με υπερβολική φλεγμονώδη απόκριση η οποία μπορεί να πυροδοτήσει μια κατάσταση που ευνοεί τη δημιουργία θρόμβων, που είναι επικίνδυνοι για να φράξουν τις αρτηρίες στον εγκέφαλο. Είναι επίσης πιθανό η μόλυνση να επηρεάζει άμεσα τα ενδοθηλιακά κύτταρα.
Τα παραπάνω επιστημονικά δεδομένα συνοψίστηκαν από τους Καθηγητές της Θεραπευτικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής τους Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, κ.κ. Σταυρούλα Πάσχου (Επίκουρη Καθηγήτρια Ενδοκρινολογίας), Θεοδώρα Ψαλτοπούλου (Καθηγήτρια Θεραπευτικής-Επιδημιολογίας-Προληπτικής Ιατρικής) και Θάνος Δημόπουλος (Καθηγητής Θεραπευτικής-Αιματολογίας-Ογκολογίας και Πρύτανης ΕΚΠΑ).


