Για να φτάσουν σε αυτό το συμπέρασμα, οι ερευνητές ανέλυσαν στοιχεία από συγκεντρώθηκαν από περίπου 840.000 Ευρωπαίους, αναζητώντας τις πιο κοινές γονιδιακές παραλλαγές που επηρεάζουν τον χρονότυπο ενός ανθρώπου, δηλαδή τις προτιμήσεις του σχετικά με την ώρα του ύπνου. Μέσω των στοιχείων κατάφεραν να εντοπίσουν όσους ξυπνούν νωρίς και εκείνους που χρειάζονται περισσότερο χρόνο για να αποχωριστούν το κρεβάτι τους ενώ, στη συνέχεια, εντόπισαν τους ανθρώπους που είχαν διαγνωσθεί με σοβαρή διαταραχή κατάθλιψης.
Συγκεντρώνοντας και αναλύοντας όλη αυτή την πληροφορία, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι άνθρωποι που ήταν γενετικά προδιατεθειμένοι να ξυπνούν μία ώρα νωρίτερα το πρωί συγκριτικά με εκείνους που ξυπνούσαν πιο αργά είχαν κατά 23% χαμηλότερο κίνδυνο κατάθλιψης.
Και παλαιότερες μελέτες, μικρής κλίμακας, έχουν αποδείξει στο παρελθόν πως μπορεί να υπάρξει βελτίωση στη βαθμολογία της κατάθλιψης σε ανθρώπους που άλλαξαν την ώρα ύπνου και αφύπνισης και αποφάσισαν να κοιμηθούν μια ώρα νωρίτερα από τη συνηθισμένη.
Να σημειωθεί πως οι ερευνητές τονίζουν πως απαιτείται μεγαλύτερη κλινική δοκιμή προκειμένου να προσδιοριστεί αν μια τέτοιου είδους παρέμβαση είναι πράγματι σημαντική.
Η σχετική μελέτη δημοσιεύθηκε στο «JAMA Psychiatry».


