Οι ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Rutgers του Νιου Τζέρσεϊ, διαπίστωσαν μια μεγάλη αύξηση του κινδύνου εμφάνισης της νόσου σε γυναίκες που έβαφαν τακτικά τα μαλλιά τους ή χρησιμοποιούσαν χημικά προϊόντα περιποίησης προκειμένου να τα ισιώνουν. Μάλιστα υπήρξε και διαφοροποίηση στις έγχρωμες γυναίκες που έβαφαν τα μαλλιά τους, οι οποίες παρουσίασαν 51% αύξηση του κινδύνου, ενώ οι λευκές γυναίκες που χρησιμοποιούσαν προϊόντα για ίσιωμα των μαλλιών είχαν 74% αύξηση του κινδύνου για την εμφάνιση της νόσου.
Η νέα έρευνα συμπληρώνει σε σημαντικό βαθμό τις προηγούμενες μελέτες που έχουν διερευνήσει τη σχέση ανάμεσα στις «σκληρές» θεραπείες για τα μαλλιά και στον καρκίνο του μαστού, καθώς τώρα προστίθενται και νέα στοιχεία για τις γυναίκες αφρομερικανικής καταγωγής.
Η διεξαγωγή της έρευνας
Οι ερευνητές απευθύνθηκαν σε περισσότερες από 4.000 λευκές και έγχρωμες γυναίκες στη Νέα Υόρκη και το Νιου Τζέρσεϊ προκειμένου να τις ρωτήσουν αν χρησιμοποιούν χημικά προϊόντα στα μαλλιά, όπως βαφές ή προϊόντα ισιώματος. Παράλληλα, εξέτασαν το ιστορικό τους για να διαπιστώσουν αν τα προϊόντα που χρησιμοποιούσαν αύξησαν τον κίνδυνο καρκίνου του μαστού. Τα συμπεράσματα συνοψίστηκαν ως εξής:
- Οι έγχρωμες γυναίκες που χρησιμοποίησαν σκούρα βαφή μαλλιών είχαν συνολικά κατά 51% μεγαλύτερο κίνδυνο για καρκίνο του μαστού. Είχαν επίσης κατά 72% μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο του μαστού με θετικούς υποδοχείς οιστρογόνων, που είναι ο πιο κοινός τύπος της ασθένειας.
- Οι λευκές γυναίκες που συνήθιζαν να χρησιμοποιούν χημικά για ίσιωμα των μαλλιών είχαν κατά 74% αύξηση του κινδύνου. Σαν γενικό συμπέρασμα πάντως, οι έγχρωμες γυναίκες έχουν 11% περισσότερες πιθανότητες εμφάνισης της νόσου και οι λευκές γυναίκες 13%.
Η επικεφαλής της μελέτης, η Δρ. Adana Llanos θέλησε να αναλύσει περαιτέρω τα στοιχεία λέγοντας πως η διαφοροποιημένη αύξηση του κινδύνου ανάμεσα σε λευκές και αφροαμερικανές γυναίκες ενδεχομένως σχετίζεται με τη βλάβη που προκαλεί στο DNA ή στο σώμα η απορρόφηση των χημικών που περιέχουν τα προϊόντα περιποίησης μαλλιών. Η Llanos συμπλήρωσε πως «χρειάζεται περαιτέρω έρευνα για να προσδιοριστεί με σαφήνεια ποιες ενώσεις και χημικές ουσίες είναι επικίνδυνες, αλλά και ποια συγκεκριμένα προϊόντα και εμπορικά σήματα περιέχουν αυτές τις χημικές ουσίες».
Η νέα μελέτη φέρνει την υπογραφή της Σχολής Δημόσιας Υγείας και του Κέντρου Αντιμετώπισης του Καρκίνου Rutgers.


