Κατάθλιψη, διπολική διαταραχή και αγχώδεις διαταραχές μπορούν να επηρεάσουν τις σωματικές μας λειτουργίες, από τη λειτουργία της καρδιάς μέχρι τη μνήμη. Οι ψυχικές ασθένειες, όμως επιταχύνουν και τη διαδικασία της γήρανσης. Η απόδειξη πίσω από αυτή την επιβάρυνση, σύμφωνα με νεότερη μελέτη, βρίσκεται στους διαφορετικούς δείκτες στο αίμα, που υποδηλώνουν την αύξηση της βιολογικής ηλικίας σε σύγκριση με την χρονολογική ηλικία.
Η συγκεκριμένη συσχέτιση παρουσιάστηκε, μέσω επιστημονικών στοιχείων, στο Ευρωπαϊκό Συνέδριο Ψυχιατρικής στο Παρίσι. Θα μπορούσαν να εξηγήσουν σε κάποιο βαθμό γιατί τα άτομα με προβλήματα ψυχικής υγείας τείνουν να έχουν μικρότερο προσδόκιμο ζωής, εμφανίζοντας περισσότερες ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.
«Μπορούμε πλέον να προβλέψουμε την ηλικία των ανθρώπων από τους μεταβολίτες του αίματος. Συμπεράναμε, ωστόσο, ότι το ιστορικό ψυχικής νόσου κατά τη διάρκεια της ζωής τους είχαν ένα προφίλ μεταβολιτών, που υπονοούσε ότι ήταν μεγαλύτεροι από την πραγματική τους ηλικία. Για παράδειγμα, τα άτομα με διπολική διαταραχή είχαν δείκτες στο αίμα που έδειχναν ότι ήταν περίπου 2 χρόνια μεγαλύτεροι από τη χρονολογική τους ηλικία» σημείωσε ο ερευνητής της μελέτης δρ. Julian Mutz.
Η ταυτότητα της έρευνας
Για τη μελέτη, ο δρ Julian Mutz και η καθηγήτρια Cathryn Lewis, από το King’s College του Λονδίνου, εξέτασαν δεδομένα για 168 διαφορετικούς μεταβολίτες του αίματος από την UK Biobank. Αυτά τα δεδομένα συνδέθηκαν με αντίστοιχες πληροφορίες σχετικά με το ιστορικό ψυχικής νόσου. Διαπιστώθηκε ότι τα άτομα με ψυχική νόσο διατηρούσαν ένα προφίλ μεταβολιτών που δεν ταίριαζε με την χρονολογική τους ηλικία.
Είναι, κατά γενική παραδοχή, ένα συχνό φαινόμενο τα άτομα με επιβαρυμένη ψυχική υγεία να παρουσιάζουν περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν ασθένειες όπως καρδιακές παθήσεις και σακχαρώδη διαβήτη, οι οποίες συνήθως επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου.
Και παλιότερες μελέτες είχαν διαπιστώσει πως, κατά μέσο όρο, τα άτομα με ψυχικές διαταραχές είχαν μικρότερο προσδόκιμο ζωής (σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό) κατά περίπου 10 χρόνια για τους άνδρες και επτά χρόνια για τις γυναίκες.
«Εάν καταφέρουμε να χρησιμοποιήσουμε αυτούς τους δείκτες για την παρακολούθηση της βιολογικής γήρανσης, αυτό μπορεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο παρακολουθούμε τη σωματική υγεία των ατόμων με ψυχικές ασθένειες και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογούμε την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων που αποσκοπούν στη βελτίωση της σωματικής υγείας» επισημαίνει ο δρ. Julian Mutz.


