Μια ομάδα από το Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης, το Ινστιτούτο Broad του MIT και το Χάρβαρντ ανακοίνωσαν πως εντοπίζοντας σπάνια γονίδια που αυξάνουν τον κίνδυνο αιφνίδιου καρδιακού θανάτου μπορούν πλέον να αποφανθούν για το ποιοι είναι αυτοί στους οποίους θα πρέπει να εστιάσουν οι στρατηγικές πρόληψης, πριν την εμφάνιση συμπτωμάτων. Η πολυάριθμη ερευνητική ομάδα περιλάμβανε και τον Άντονι Φιλιππάκης, καρδιολόγο και επικεφαλής συλλογής δεδομένων του Ινστιτούτου Broad.
Σύμφωνα με τα ευρήματα που παρουσιάστηκαν στις επιστημονικές συναντήσεις της Αμερικανικής Καρδιολογικής Ένωσης και δημοσιεύτηκαν στο Journal of American College of Cardiology, οι επιστήμονες επίσης κατέληξαν ότι τα συγκεκριμένα γονίδια είναι παρόντα σε περίπου 1% των ενηλίκων που δεν παρουσιάζουν συμπτώματα, δηλαδή σε περίπου 3 εκατομμύρια άτομα στις ΗΠΑ.
Τα στάδια της έρευνας
Για να φτάσουν σε αυτό στο συμπέρασμα οι μελετητές διεξήγαν ανάλυση στην αλληλουχία γονιδίων σε 600 ενήλικες – θύματα αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και 600 άτομα που παρέμειναν υγιείς και λειτούργησαν ως ομάδα ελέγχου. Ένας κλινικός γενετιστής ανασκόπησε όλα τα διαφορετικά γονίδια και ταξινόμησε 15 ως σημαντικά παθογενετικά γονίδια για αυτήν την ιατρική κατάσταση.
«Τα 15 αυτά παθογενετικά γονίδια ήταν παρόντα σε όλες τις περιπτώσεις αιφνίδιου καρδιακού θανάτου και κανένα δεν υπήρχε στην ομάδα ελέγχου», δήλωσε ο Άμιτ Β. Κίρα, καρδιολόγος και αναπληρωτής διευθυντής σε τμήμα του Κέντρου Γονιδιακής Ιατρικής στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και στην Πρωτοβουλία Καρδιαγγειακών Ασθενειών του Ινστιτούτου Broad. Το ποσοστό ύπαρξης ενός παθογενετικού γονιδίου στην ομάδα αιφνίδιου καρδιακού θανάτου ήταν 2,5% ενώ στην ομάδα ελέγχου 0%.
Στο αμέσως επόμενο βήμα οι ερευνητές εξέτασαν 4.525 γονίδια σε μεσήλικες χωρίς κανένα σημάδι ή σύμπτωμα καρδιακής νόσου και βρήκαν ότι 41 από αυτούς (0,9%) είχαν ένα παθογενετικό γονίδιο. Αυτά τα άτομα έγιναν αντικείμενο παρακολούθησης από τους ερευνητές για τα επόμενα 14 χρόνια και αυτοί που είχαν πράγματι ένα τέτοιο γονίδιο εμφάνιζαν 3 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο θανάτου από καρδιακά προβλήματα.
Σε σχετική δήλωση ο Αμίτ Κίρα δήλωσε πως «στην κλινική μου πρακτική πολύ συχνά συναντώ οικογένειες συντετριμμένες από έναν αιφνίδιο και μη αναμενόμενο θάνατο. Αυτό το εύρημα δείχνει ότι η γενετική εξέταση μπορεί να προσφέρει έναν τρόπο εντοπισμού των ατόμων που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο. Έτσι, αν αυτοί εντοπιστούν, υπάρχει μια ποικιλία τρόπων πρόληψης της νόσου….Η ελπίδα μας είναι, με τη χρήση γενετικών πληροφοριών, να παρέχουμε στους ασθενείς την καλύτερη δυνατή κατανόηση, πρόβλεψη και πρόληψη των προβλημάτων υγείας που μπορεί να τους παρουσιαστούν, ειδικά τις μη αναστρέψιμες τραγωδίες, όπως ο αιφνίδιος καρδιακός θάνατος», κατέληξε ο Κίρα.


