Σύμφωνα με το NHS (Εθνικό Σύστημα Υγείας της Αγγλίας) μερικά από τα συμπτώματα του μακροχρόνιου Covid-19 ή (long covid) είναι:
- Ακραία κούραση
- Δύσπνοια
- Πόνος ή σφίξιμο στο στήθος/Ταχυπαλμία
- Προβλήματα με τη μνήμη και με τη συγκέντρωση
- Αλλαγές στη γεύση και στις μυρωδιές
- Πόνος στις αρθρώσεις
Oι έρευνες για τα συμπτώματα είναι σε εξέλιξη και εντοπίζουν και άλλα συμπτώματα που μεγαλώνουν διαρκώς τη λίστα. Η μεγαλύτερη μελέτη μέχρι στιγμής είναι αυτή από το UCL, το οποίο εντόπισε 200 συμπτώματα που επηρεάζουν τουλάχιστον 10 συστήματα οργάνων ατόμων που νοσούν με μακροχρόνιο Covid-19. Μεταξύ των 200 συμπτωμάτων που ανακάλυψε η μελέτη του UCL, είναι οι ψευδαισθήσεις, αυπνία, αλλαγές στην ακοή και την όραση, βραχυπρόθεσμη απώλεια μνήμης, προβλήματα λόγου, ακόμη και αλλαγές στην έμμηνο ρύση.
Ποια είναι η αιτία πίσω από τη μακροχρόνια λοίμωξη Covid-19;
Η επιστήμη δεν έχει δώσει σαφή απάντηση για τα αίτια αυτή αλλά εικάζεται πως μπορεί η λοίμωξη να κάνει το ανοσοποιητικό σύστημα κάποιων ανθρώπων να «υπερλειτουργήσει», με αποτέλεσμα το ανοσοποιητικό να μην επιτεθεί μόνο στον ιό, αλλά και στους ιστούς του οργανισμού. Αυτό μπορεί να συμβεί σε άτομα που έχουν πολύ ισχυρές ανοσολογικές αντιδράσεις.
Μια άλλη επιστημονική θεωρία υποστηρίζει ότι «θραύσματα» του ιού θα μπορούσαν να παραμείνουν στο σώμα μετά τη νόσηση, τα οποία πιθανώς να ενεργοποιούνται με κάποια αφορμή. Αυτή η κατάσταση θυμίζει άλλες περιπτώσεις ιών όπως ο έρπης και ο ιός Epstein Barr που προκαλεί αδενικό πυρετό. Ωστόσο, για την περίπτωση του Covid-19 δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία ακόμη.
Αν κάποιος έχει εμβολιαστεί, κινδυνεύει το ίδιο;
Tα στατιστικά έδειξαν πως τα μισά άτομα με Covid-19 είχαν ηπιότερα συμπτώματα μετά το εμβόλιο. Ο εμβολιασμός μπορεί επίσης να βοηθήσει στην πρόληψη από αυτόν τον συγκεκριμένο τύπο του ιού.
Θεωρείται μια συχνή περίπτωση;
Ακόμα η απάντηση δεν είναι σαφής και σε αυτό το ερώτημα κυρίως διότι οι γιατροί μόλις άρχισαν να καταγράφουν αυτού του είδους τον Covid-19, ως επίσημη διάγνωση. Όμως, υπάρχει ένας επαρκής όγκος επιστημονικών ερευνών που υποδηλώνουν ότι για τη συγκεκριμένη πάθηση παίζει σημαντικό ρόλο η ηλικία, αλλά και το φύλο (η πάθηση είναι δύο φορές πιο συχνή στις γυναίκες).
Πάντως δεν υπάρχει ακόμα κάποιο διαγνωστικό τεστ που να ανιχνεύει αυτού του τύπου την πάθηση.


