Ηλεκτρονικά τσιγάρα με γεύσεις - Πώς σχετίζονται με την επιδείνωση του άσθματος;

Tα ηλεκτρονικά τσιγάρα και τα νέα καπνικά προϊόντα ατμίσματος κατακτούν ολοένα και μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά των καπνιστών ενώ δεν είναι λίγοι οι επιστήμονες που ασχολούνται με τις επιπτώσεις αυτού του τύπου καπνίσματος, σε όσους τελικά τα επιλέγουν.

Υπολογίζεται πώς στις ΗΠΑ το 9% των νέων ηλικίας 18 – 24 ετών είναι χρήστες ηλεκτρονικού τσιγάρου και μάλιστα πολλοί πιστεύουν πως η συνήθεια αυτή είναι λιγότερο βλαβερή για την υγεία τους, σε σχέση με το παραδοσιακό κάπνισμα.

Με βάση πάντως νέα ερευνητικά δεδομένα, ορισμένα ηλεκτρονικά τσιγάρα με γεύση ενδέχεται να επιβαρύνουν το άσθμα. Η μελέτη δημοσιεύτηκε στην επιστημονική επιθεώρηση «Scientific Reports», και αναδεικνύει ότι κάποια από αυτά, ακόμα και χωρίς νικοτίνη, αλλάζουν τον τρόπο που λειτουργούν οι προσβεβλημένοι από αλλεργικές παθήσεις αεραγωγοί. Ο δρ. Ντέιβιντ Τσάπμαν, επικεφαλής συντάκτης της έρευνας και ερευνητής του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, εξηγεί ότι πολλοί χρήστες ηλεκτρονικών τσιγάρων χρησιμοποιούν αρωματικά πρόσθετα για τα οποία υπάρχουν ενδείξεις ότι είναι τοξικά όταν εισπνέονται.

«Το εύρημα αυτό, που αφορά τις αρνητικές επιπτώσεις των ηλεκτρονικών τσιγάρων με γεύση, είναι πολύ σημαντικό ζήτημα για τα άτομα που υποφέρουν από αναπνευστικές νόσους», δήλωσε ο ίδιος.

Πιο συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε πως τα ηλεκτρονικά τσιγάρα με πρόσθετα αρωματικής γλυκόριζας (Black Licorice) επιδείνωσαν τις λοιμώξεις των αεραγωγών, σε αντίθεση με τα ηλεκτρονικά τσιγάρα «Cinnacide» που είχαν την αντίθετη δράση. Βρέθηκε επίσης ότι όλα τα αρωματικά υγρά των ηλεκτρονικών τσιγάρων που περιλάμβαναν νικοτίνη κατέστειλαν τις λοιμώξεις των αεραγωγών, ένα εύρημα που είναι συνεπές με τις ήδη γνωστές αντιφλεγμονώδεις ιδιότητες της νικοτίνης.

Οι ερευνητές τονίζουν για ακόμη μια φορά πως οι αρμόδιοι φορείς θα πρέπει να ενημερώνουν επαρκώς το αγοραστικό κοινό και να  θεσπίσουν αυστηρότερους κανόνες χρήσης του ηλεκτρονικού τσιγάρου, προς όφελος της δημόσιας υγείας.

Η έρευνα αυτή έγινε με τη συνεργασία του Τεχνολογικού Πανεπιστημίου του Σίδνεϊ, του Πανεπιστημίου του Βερμόντ, στις ΗΠΑ και του Ινστιτούτου Ιατρικής Έρευνας Woolcock στην Αυστραλία.

Μοιραστείτε το