Έρευνα: Ποιοι μύωπες κινδυνεύουν με τύφλωση;

H μυωπία είναι ένα πολύ συνηθισμένο πρόβλημα που αφορά δισεκατομμύρια ανθρώπους κάθε ηλικίας, για τους οποίους τα γυαλιά μυωπίας και οι φακοί επαφής είναι καθημερινότητα.  Είναι εντυπωσιακό το γεγονός πώς μέχρι το 2050, ο αριθμός των ατόμων με μυωπία αναμένεται να φτάσει τα 5 δισεκατομμύρια, σε όλον τον κόσμο!

Σύμφωνα με μια νέα έρευνα όμως, υπάρχει σύνδεση ανάμεσα στη μυωπία και την τύφλωση, γεγονός που καθιστά επιτακτική την ανάγκη συνεχής παρακολούθησης από τον οφθαλμίατρο.

Στο γαλλικό οφθαλμολογικό κέντρο «Point Vision» έγινε έρευνα σε δείγμα 200.000 ατόμων και η ανάλυση των αποτελεσμάτων απέδειξε πόσο σοβαρά μπορεί να εξελιχθούν οι επιπλοκές της μυωπίας, ιδιαίτερα σε ασθενείς με πολύ υψηλή μυωπία. Το 25% των ατόμων άνω των 60 ετών μπορεί να έχουν απώλεια όρασης αν και δεν είναι οι μόνοι που πρέπει να ανησυχούν, δεδομένου ότι αυτή η έρευνα υπογραμμίζει και τον κίνδυνο των επιπλοκών του αμφιβληστροειδούς για όλα τα περιστατικά μυωπίας.

Βρέθηκε ακόμα ότι όταν η μυωπία ξεπερνά τον 1 βαθμό, ο κίνδυνος επιπλοκών αυξάνεται κατά 40%. Αυτό σημαίνει ότι ο κίνδυνος αυτός δεν αφορά αποκλειστικά τα άτομα με πολύ υψηλή μυωπία αλλά και τους μέτριους μύωπες.

Νέες συνήθειες, νέα προβλήματα

Η  εξάπλωση των έξυπνων συσκευών και η «επέλαση» των οθονών στην καθημερινότητά μας για πολλές ώρες από μικρή ηλικία, φαίνεται πως επιδεινώνει το πρόβλημα.

 «Η ζωή στην ύπαιθρο που μπορεί να είχαν οι παππούδες μας έχει πλέον σχεδόν εγκαταλειφθεί. Δουλεύουμε όλο και περισσότερο μπροστά σε οθόνες. Το να ενθαρρύνουμε τα παιδιά μας να βγουν έξω να παίξουν ίσως είναι ένας τρόπος μείωσης της μυωπίας», εξηγεί ο Νικολά Λεβεζιέλ, ένας από τους συντάκτες της μελέτης και καθηγητής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου του Πουατιέ.

Τα αποτελέσματα αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη τακτικών επισκέψεων σε οφθαλμίατρο, ιδιαίτερα για τα άτομα που έχουν από μέτρια έως σοβαρή μυωπία. Μάλιστα ο Λεβεζιέλ, τονίζει την ανάγκη για συνεχή παρακολούθηση, σε όσους έχουν ήδη υποβληθεί σε σε χειρουργική επέμβαση με λέιζερ.

Η παρούσα έρευνα έγινε σε συνεργασία με τον καθηγητή Νικολά Λεβεζιέλ, τον καθηγητή Πιέρ Ινγκράντ, την καθηγήτρια Σιμόν Μαριγιέ και τη δημόσια υπηρεσία υγείας του Πουατιέ.

Μοιραστείτε το