Έρευνα: Eίναι οι γλυκαντικές ουσίες ζημιογόνες για την υγεία του εντέρου;

Τα γλυκαντικά κερδίζουν συνεχώς έδαφος σε όσους αγαπούν τη γλυκιά γεύση στο ρόφημα ή στο φαγητό τους αλλά δεν θέλουν να καταναλώνουν πολλή ζάχαρη.

Με βάση παλαιότερα επιστημονικά στοιχεία που είχαν δημοσιευθεί στο Cell Metabolism, τα γλυκαντικά μπορούν να διεγείρουν τον εγκέφαλο αυξάνοντας την όρεξη· ο εγκέφαλος «μπερδεύεται» από τη γλυκιά γεύση και θεωρεί ότι τα σάκχαρα του εξασφαλίζουν την απαραίτητη ενέργεια αλλά, καθώς δεν λαμβάνει τις θερμίδες, αυξάνει το αίσθημα της πείνας.

Στο μικροσκόπιο των ερευνητών μπήκε και η σχέση των γλυκαντικών με το εντερικό μικροβίωμα, όσον αφορά τα τεχνητά γλυκαντικά αλλά και τα πιο φυσικά, όπως η στέβια, που προέρχεται από το φυτό Stevia rebaudiana .Το 2008, ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (WHO) ανακοίνωσε ότι η στέβια είναι ασφαλής για κατανάλωση σε ποσότητα 4mg ανά κιλό σωματικού βάρους. Όσοι την καταναλώνουν τακτικά γνωρίζουν πως είναι πιο γλυκιά από την κανονική ζάχαρη, αλλά έχει μηδέν θερμίδες και υδατάνθρακες.

Σύμφωνα μάλιστα με έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Molecules από ερευνητές του Πανεπιστημίου Ben-Gurion, η στέβια φαίνεται να διαταράσσει την ισορροπία των καλών βακτηρίων του εντέρου. Είναι γνωστό πως το εντερικό μικροβίωμα για να είναι υγιές απαιτεί πλήθος διαφορετικών μικροβίων, αποφυγή αντιβιοτικών και κόκκινου κρέατος ή επεξεργασμένων τροφίμων που διαταράσσουν την ισορροπία, και περισσότερες φυτικές ίνες και προβιοτικά.

Στο πλαίσιο της μελέτης παρατηρήθηκε η επίδραση ενός συμπληρώματος φυτικού εκχυλίσματος στέβιας και εξευγενισμένο εκχύλισμα στέβιας.

Τα ευρήματα των επιστημόνων έδειξαν ότι το συμπλήρωμα αναστέλλει την επικοινωνία μεταξύ των εντερικών βακτηρίων ενώ το εξευγενισμένο εκχύλισμα επιδρά σε μοριακό επίπεδο διακόπτοντας εντελώς την επικοινωνία των βακτηρίων. Και με τις δύο μορφές, η στέβια πέτυχε να διαταράξει την μικροβιακή ισορροπία του εντέρου, γεγονός που εξηγεί ίσως παράπονα για πόνους στο στομάχι ή φούσκωμα από ανθρώπους που την καταναλώνουν επί μακρόν.

Βέβαια η μελέτη αυτή αφορά, σε πρώτο επίπεδο, εργαστηριακά ευρήματα και δεν θεωρείται σίγουρο πως τα αποτελέσματα θα είναι ίδια και σε όσους καταναλώνουν στέβια. Όπως σχολίασε η Δρ Glenn Gibson από το Πανεπιστήμιο Reading, η μελέτη δεν είναι αντιπροσωπευτική των χιλιάδων μικροβίων που διαβιούν στον βλεννογόνο του εντέρου και τρέφονται με υδατάνθρακες όπως η στέβια για να αναπτυχθούν. Αν συνέβαινε αυτό, πιθανώς να εξαλείφονταν αυτομάτως και όλες οι αρνητικές συνέπειες.

Μοιραστείτε το