Το κάπνισμα στην κύηση, αυξάνει τις πιθανότητες Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας του παιδιού!

Το κάπνισμα είναι μια βλαβερή συνήθεια κατά την περίοδο της εγκυμοσύνης και αυτό δεν χωράει καμία αμφιβολία. Νεότερα ερευνητικά δεδομένα προσθέτουν άλλο έναν κίνδυνο για το έμβρυο που κυοφορούν γυναίκες καπνίστριες και αυτός σχετίζεται με τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) - Attention-Deficit Hyperactivity Disorder – ADHD.

Μια ερευνητική ομάδα με  επικεφαλής τον δρα Ντέζι Μου του Δεύτερου Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Δυτικής Κίνας προέβησαν σε μια μετα-ανάλυση 20 προγενέστερων μελετών που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ του 1998-2017,οι οποίες αφορούσαν συνολικά σχεδόν τρία εκατομμύρια άτομα σε ευρωπαϊκές χώρες, στις ΗΠΑ και αλλού.

Τα στοιχεία έδειξαν πως ο κίνδυνος για γέννηση παιδιού με ΔΕΠΥ εκτοξεύεται στο 60% στις εγκυμονούσες που καπνίζουν συστηματικά, σε σχέση με όσες δεν καπνίζουν. Μάλιστα για όσες καπνίζουν λιγότερα από δέκα τσιγάρα τη μέρα κατά την εγκυμοσύνη, ο κίνδυνος ΔΕΠΥ για το μωρό είναι 54% μεγαλύτερος, ενώ για όσες καπνίζουν πάνω από δέκα τσιγάρα ο κίνδυνος είναι αυξημένος κατά 75%, σε σχέση με τις μη καπνίστριες.

Είναι αυτονόητο το γεγονός πως όσο πιο πολύ καπνίζει μια έγκυος, τόσο μεγαλύτερος είναι ο κίνδυνος για την εμφάνιση ΔΕΠΥ στο παιδί ενώ ο κίνδυνος εκδήλωσης σχετίζεται και με τον πατέρα - αν είναι και αυτός καπνιστής ο κίνδυνος εκδήλωσης της διαταραχής είναι αυξημένος κατά 20%. Αν όμως η γυναίκα που εγκυμονεί, καταφέρει να κόψει το κάπνισμα εντελώς στη διάρκεια των 9 μηνών, ο  κίνδυνος ΔΕΠΥ για το μωρό μειώνεται σημαντικά.

Η ΔΕΠΥ Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) σχετίζεται με την μειωμένη ικανότητα συγκέντρωσης και αυτοελέγχου ενός παιδιού, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε μαθησιακά προβλήματα αλλά και σε δυσκολίες στις συναναστροφές του στον κοινωνικό περίγυρο. Η Διαταραχή επηρεάζει την ικανότητα του παιδιού να φέρει εις πέρας τις απαιτήσεις μιας συγκεκριμένης ηλικίας, όπως έχουν καθοριστεί από την πλειοψηφία των παιδοψυχολόγων και των παιδίατρων σε παγκόσμιο επίπεδο.

Οι ερευνητές δημοσίευσαν τη μελέτη τους στο περιοδικό «Pediatrics» της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής.

Μοιραστείτε το